Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ

http://themistopolos.blogspot.com/2007/06/blog-post_2643.html 


Σάββατο, 9 Ιουνίου 2007 


ΜΙΚΡΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΑ ΣΗΜΕΡΙΝΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΜΜΙΣΘΩΝ ΚΑΙ ΜΗ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ 

Ι.-
To τέλος του δικηγορικού λειτουργήματος η Έκθεση Μonti

1.1.-Το Μάρτιο του 2000 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισαβόνας ενέκρινε ένα πρόγραμμα οικονομικών μεταρρυθμίσεων στόχος του οποίου είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση να καταστεί μέχρι το 2010 η πιο ανταγωνιστική οικονομική δύναμη του Κόσμου.. Η πρόσφατη ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανταγωνιστικότητα των υπηρεσιών που συνδέονται με επιχειρήσεις προβλέπει την λήψη μέτρων που αφορούν και τους ελεύθερους επαγγελματίες μεταξύ των οποίων τους δικηγόρους αλλά και τις επαγγελματικές υπηρεσίες των δικηγόρων ..
 
Γ ι αυτό και η περίφημη ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που έγινε στις 9/2/2004 γνωστής ως έκθεση Μ
onti (Βλ έγγραφο EE COM (2004) 83/9.2.2004)σχετικά με τον ανταγωνισμό στον τομέα των επαγγελματικών υπηρεσιών περί της οποίας επικρατεί πλήρης σιγή στη χώρα μας και η οποία προβλέπει την λήψη μέτρων που αφορούν το επάγγελμα μας σχετικά με την κατάργηση όλων των προστατευτικών μέτρων που αφορούν τις ελάχιστες αμοιβές όπως και τις προϋποθέσεις και διαδικασίες εισόδου στο επάγγελμα του δικηγόρου, αλλά και της επαγγελματικής διαφήμισης του δικηγορικού επαγγέλματος.
1.2.- Με την έκθεση δημιουργείται μια επικίνδυνη αντίληψη ότι ο δικηγόρος είναι απλώς ελεύθερος επαγγελματίας και πρέπει να εφαρμόζονται σ’ αυτόν οι κανόνες του ανταγωνισμού. Αυτό γιατί επιλέγεται ελεύθερα από τους πελάτες του, ενώ παραγνωρίζεται παράλληλα η φύση και η λειτουργία του δικηγόρου ως δημόσιου λειτουργού και ουσιώδους παράγοντος απονομής της δικαιοσύνης, την οποία συνεπικουρεί.
 
Η έκθεση Μ
onti δεν μπορεί και δεν θέλει ν’ αντιληφθεί ότι πρέπει να υπάρχουν και να διατηρηθούν στην είσοδο στο επάγγελμα και στη λειτουργία του δικηγόρου αυστηροί κανόνες που να ρυθμίζουν τον τρόπο ασκήσεως του λειτουργήματος και ότι στη φύση του λειτουργήματος αυτού δεν μπορεί να εφαρμόζονται κανόνες ελευθέρου ανταγωνισμού, όπως επιδιώκει η έκθεση ,ούτε μπορούν να συγκρίνονται σ’ οποιοδήποτε ζήτημα τα επαγγέλματα των λογιστών ,των φοροτεχνικών ,των αρχιτεκτόνων ,των μηχανικών με τα επαγγέλματα των δικηγόρων και συμβολαιογράφων που είναι θεσμοθετημένοι δημόσιοι λειτουργοί και συνεπικουρούν στην απονομή της δικαιοσύνης. .
1.3.-Η έκθεση Μ
onti σύντομα θ’ απασχολήσει την Ελληνική Πολιτεία, αφού η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα υποβάλει έκθεση το 2005 σχετικά με την πρόοδο που θα έχει σημειωθεί για την κατάργηση από την εθνική νομοθεσία των περιορισμών για τον ανταγωνισμό που επισημαίνει η έκθεση Μonti. 
Δηλονότι έρχεται συντόμως η κατάργηση του επαγγέλματος του δικηγόρου, όπως εμείς το ζήσαμε ως τώρα.

2.-
O δικηγορικός κώδικας
2.1.-Ο Δικηγορικός Κώδικας (ΝΔ 3026/6-8/10/1954) έχει από μακρού χρόνου καταστεί ένα νομοθέτημα που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις σύγχρονες ανάγκες και πραγματικότητες ενός δικηγόρου της εποχής μας . Της εποχής του ηλεκτρονικού υπολογιστή ,της νομικής πληροφορικής ,της, ηλεκτρονικής δίκης, της σύγχρονης εγκληματικότητας ,του βιασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις κάθε μορφής εξουσίες. 
Ο δικηγορικός κόσμος χρειάζεται επειγόντως ένα σύγχρονο νομοθέτημα που να λύνει όλα εκείνα τα μεγάλα προβλήματα όπως αυτό το καιρό διαγράφονται όπως της υπαλληλοποίησης των δικηγόρων ,της κατάργησης του θεσμικού τους ρόλου, της μεταβολής τους από παράγοντες της απονομής της δικαιοσύνης σε απλό νομικό σύμβουλο ή μάλλον σαν απλό σύμβουλο και όχι πάντως πλέον σε αναγκαίο συλλειτουργό της δικαιοσύνης. Όμως το άρθρο 199 του Δικηγορικού Κώδικα είναι η πυξίδα του υπερήφανου δικηγορικού σώματος που έχει στα επαγγελματικά του καθήκοντα την έκφραση γνώμης «και επί παντός γενικότερου ζητήματος εθνικού ή κοινωνικού περιεχομένου»(βλ ΣτΕ 421/1983 ΝοΒ 31,1066)


Στον Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954, όπως έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί) ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος υπάλληλος διοριζόμενος δια υπουργικής αποφάσεως, υπάγεται σε πειθαρχική Εξουσία ασκούμενη, κατά τις διατάξεις του Κώδικα περί δικηγόρων, και ότι, πριν από την έναρξη ασκήσεως των καθηκόντων του, υποχρεούται να δώσει τον όρκο της υπηρεσίας του ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου και να εγγραφεί στο μητρώο ενός από τους υπάρχοντες δικηγορικούς συλλόγους του Κράτους(άρθρο 1), έχει δε το δικαίωμα να ασκεί το λειτούργημα του στην περιφέρεια του Συλλόγου του οποίου είναι μέλος, μη υποκείμενος, ως προς την άσκηση του λειτουργήματος αυτού, σε καμία καθ ‘οιονδήποτε τρόπο προηγουμένη άδεια ασκήσεως οποιασδήποτε αρχής.
 
Κατά την άσκηση του λειτουργήματος οφείλει να εκτελεί την ανατιθεμένη σ ’αυτόν εντολή ευσυνειδήτως και επιμελώς, να υπακούει δε στις αποφάσεις του Συλλόγου και του Διοικητικού Συμβουλίου (άρθρο 60). Περαιτέρω ορίζεται ότι παράβαση των καθηκόντων και των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στο δικηγόρο από τις διατάξεις του κώδικα, του εσωτερικού κανονισμού του οικείου δικηγορικού συλλόγου, καθώς και από απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αυτού, αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα κρινόμενο και κολαζόμενο από το πειθαρχικό συμβούλιο του συλλόγου, κατά τις σχέτικες διατάξεις, με πειθαρχική ποινή, ανεξάρτητα από ποινική ευθύνη ή άλλη συνέπεια κατά τους κειμένους νόμους. (βλ. ΣτΕ 1443/1993)
 
Έτσι η φύση της δικηγορικού λειτουργήματος δεν συνάδει με την υπαλληλική ιδιότητα και με την υποχρέωση παροχής υπηρεσιών με συγκεκριμένο ωράριο εργασίας ακόμα και κτύπημα «κάρτας» που δυστυχώς και παρανόμως κάποιες επιχειρήσεις (και κάποιες Δημόσιες Εταιρείες ) υποχρεώνουν τους δικηγόρους
 
Έτσι η νομολογία έχει κρίνει ότι σι δικηγόροι με έμμισθη εντολή δεν υπέχουν υποχρέωση για τήρηση ωραρίου και ειδικότερα:
 
α) Οι απασχολούμενοι με πάγια αντιμισθία δικηγόροι των ΟΤΑ δεν υπέχουν, κατ άρθρο 247 του Ν 1188/1981, υποχρέωση τήρησης υπαλληλικού (για όλες τις εργάσιμες ημέρες και ώρες) ωραρίου, αλλά παρέχουν τις υπηρεσίες τους, για χρόνο εύλογο, ο οποίος ανταποκρίνεται προς τις υπάρχουσες, εκάστοτε, νομικές ανάγκες, όπως αυτές καθορίζονται από τον οικείο εντολέα ΟΤΑ, στο πλαίσιο και των υποχρεώσεων παράστασης, για υποθέσεις, ενώπιον Δικαστικών και Διοικητικών Αρχών (βλ 184/2003 Γνωμοδότηση ΝΣΚ)
 
β)Έχει κριθεί ότι: πλήρης απασχόληση είναι εκείνη, η οποία λόγω του όγκου της προς απασχόληση δικηγορικής εργασίας που ανατίθεται σύμφωνα με τη σύμβαση εντολής και του κατά την κοινή πείρα απαιτούμενου χρόνου για τη διεκπεραίωση της εργασίας αυτής, απορροφά μεγάλο μέρος της επαγγελματικής δραστηριότητας του δικηγόρου, ανεξάρτητα από την τήρηση ή μη υποχρεωτικού ωραρίου ή την εγκατάσταση του δικηγόρου αποκλειστικά στο γραφείο του εντολέας (βλ ΑΠ Αριθ. 760/1987 ΕΕΝ/1 988 (303), ΕΕΡΓΔ/1 988 552 γ)Απαγορεύεται στο Δικηγόρο η ανάληψη οποιασδήποτε έμμισθης υπηρεσίας σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, διότι αυτή απάδει στην ανεξαρτησία του, επιτρέπεται όμως η παροχή καθαρά νομικών υπηρεσιών σαν δικαστικού ή νομικού συμβούλου ή Δικηγόρου, με πάγια ετήσια μηνιαία αμοιβή, αλλά χωρίς να μεταβάλλεται, και στην περίπτωση αυτή, ο χαρακτήρας της σχέσης του σαν (αμειβόμενης) εντολής και συνεπώς δεν αποκτά αυτός την ιδιότητα υπαλλήλου, τελούντος σε σχέση εξαρτημένης Εργασίας από τον εργοδότη
(πρβλ. ΑΠ 445/1978 ΝοΒ 27. 203, ΑΠ 1205/1978ΝοΒ27.920,ΑΠ1217/1983ΕΕΔ43.514,ΕΑ2207/1986, Ολομ. ΣτΕ 108/1970 ΝοΒ 18. 990).
δ) Αντίκειται δε στην δια του Κώδικος Δικηγόρων επιδιωκόμενη και με πολλές διατάξεις περιφρουρούμενη αξιοπρέπεια και ιδιάζουσα ανεξαρτησία του δικηγορικού λειτουργήματος η επιβολή στο Δικηγόρο και η αποδοχή από αυτόν υποχρεωτικού ωραρίου απασχολήσεως και μάλιστα εκείνου που ισχύει για το υπαλληλικό προσωπικό του εντολέα, έστω και αν παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια μηνιαία αντιμισθία (πρβλ. ΕφΘεσ 871/1970 Αρμενοπουλος ΚΔ 794 επ.)
ε)Παρέκκλιση του κανόνος αυτού μπορεί να νοηθεί και να υπάρξει για το Δικηγόρο, όταν αυτός, κατά την πρόσληψή του προς παροχή των νομικών του υπηρεσιών σε φυσικό ή νομικό πρόσωπα με πάγια μηνιαία αντιμισθία, αποδέχεται και προσχωρεί στον υφιστάμενο και νόμιμα εγκεκριμένο εσωτερικό κανονισμό του εντολέα του, φυσικού ή νομικού προσώπου, ο οποίος προβλέπει την αυτοτελή ύπαρξη και οργάνωση σ’ αυτό τμήματος δικαστικού που για την από κάθε άποψη καλή λειτουργία του, τελεί υπό την διεύθυνση και εποπτεία υπευθύνου Δικηγόρου, κάτω από τις οδηγίες του οποίου τελούν οι δικηγόροι που απασχολούνται με πάγια αμοιβή.
 
Στην εξαιρετική περίπτωση αυτή μπορεί να προβλέπεται, από τον διευθύνοντα το δικαστικό νομικό τμήμα τούτο Δικηγόρο που γνωρίζει την φύση τον όγκο και τις ανάγκες των δικηγορικών εργασιών και όχι από τον εργοδότη, και ορισμένος και των προτέρων υποχρεωτικός χρόνος παροχής των υπηρεσιών του με πάγια αμοιβή υπηρετούντος Δικηγόρου στο γραφείο του εντολέα του, φυσικού ή νομικού προσώπου, στον οποίο παρέχει τις υπηρεσίες του, ανάλογα προς την κατανομή των υποθέσεων που κάνει ο διευθύνων Δικηγόρος στους απαρτίζοντας το τμήμα Δικηγόρους (πρβλ.
Φ. Αγγελή στο ΝοΒ 14.995 ΕΦΑΘ24Ο2/1 987,δ/νη 1988,553


ΘΕΜΙΣΤΟΠΟΛΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: