Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

ΤΟ ΝΕΟ Σύνταγμα της ΕΛΛΑΔΟΣ σε 71 Κεφάλαια – ΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ προς έγκριση από τους Ελληνες. (Στην συγκεκριμένη ανάρτηση : ΚΕΦΑΛΑΙΑ 24-28)


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24.

Οργάνωση και λειτουργία της Άνω Βουλής των Ελλήνων.
Άρθρο 199.
1. Η Άνω Βουλή των Ελλήνων συνέρχεται αυτοδικαίως κάθε έτος την πρώτη Δευτέρα του Οκτωβρίου σε τακτική σύνοδο για τα ετήσια έργα της, εκτός αν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τη συγκαλέσει ενωρίτερα, λόγω εκτάκτων συνθηκών και στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της που προβλέπονται στο παρόν Σύνταγμα.

2. Η διάρκεια της τακτικής συνόδου δεν μπορεί να είναι συντομότερη από οκτώ μήνες.

3. Η τακτική σύνοδος παρατείνεται υποχρεωτικά ώσπου να εγκριθεί, ο προϋπολογισμός του
Κράτους ή να ψηφιστεί ο σχετικός Νόμος.

Άρθρο 200.

1. Η Άνω Βουλή των Ελλήνων ορίζει τον τρόπο της ελεύθερης και δημοκρατικής λειτουργίας της με Κανονισμό, που ψηφίζεται από την Ολομέλεια και δημοσιεύεται με παραγγελία του Προέδρου της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

2. Η Άνω Βουλή των Ελλήνων εκλέγει με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών της, τον
Πρόεδρο και τα λοιπά μέλη του Προεδρείου, σύμφωνα με τους ορισμούς του Κανονισμού.

3. Ο Πρόεδρος και οι Αντιπρόεδροι εκλέγονται στην αρχή κάθε βουλευτικής περιόδου.

4. Η Άνω Βουλή των Ελλήνων μπορεί, ύστερα από πρόταση τριάντα βουλευτών και ψήφισή της από την απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτών, να εκφράσει μομφή κατά του Προέδρου της Βουλής ή μέλους του Προεδρείου, η οποία συνεπάγεται τη λήξη της θητείας του.

5. Ο Πρόεδρος της Βουλής διευθύνει τις εργασίες του Σώματος, μεριμνά για τη διασφάλιση της ανεμπόδιστης διεξαγωγής των εργασιών του, την κατοχύρωση της ελεύθερης γνώμης και έκφρασης των βουλευτών, και την τήρηση της τάξης. Ο Πρόεδρος της Άνω Βουλής των Ελλήνων μπορεί να λάβει και πειθαρχικά μέτρα σύμφωνα με όσα ορίζει ο Κανονισμός της Άνω Βουλής των Ελλήνων εναντίον κάθε Βουλευτή που παρεκτρέπεται.

6.  Με  τον  Κανονισμό μπορεί  να  συσταθεί  στη  Άνω  Βουλή  των  Ελλήνων  επιστημονική υπηρεσία για την υποβοήθηση του νομοθετικού της έργου.

7. Ο Κανονισμός της Άνω Βουλής των Ελλήνων, καθορίζει την οργάνωση των υπηρεσιών της
Βουλής υπό την εποπτεία του Προέδρου, καθώς και όλα όσα αφορούν το προσωπικό της.

8. Οι πράξεις του Προέδρου που αφορούν την πρόσληψη και την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού της Άνω Βουλής των Ελλήνων υπόκεινται σε προσφυγή ή αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

9. Τα μέλη των επιστημονικών υπηρεσιών όπως και αυτά των διοικητικών υπηρεσιών της Βουλής των Ελλήνων, δεν μπορούν να είναι συγγενείς, έως και 3ου  βαθμού των βουλευτών της Άνω και Κάτω Βουλής, του Προέδρου της Δημοκρατίας, των μελών της Κυβέρνησης, του Γενικού  Εισαγγελέα της  Δημοκρατίας, των Προέδρων του  Αρείου Πάγου, του  Ανώτατου
Συνταγματικού Δικαστηρίου, του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Συνηγόρου του Λαού, κατά την ημέρα της πρόσληψής τους.

Άρθρο 201.


1.  Η  Άνω  Βουλή των Ελλήνων συνεδριάζει δημόσια στο  Βουλευτήριο, μπορεί όμως να διασκεφτεί σε μυστική συνεδρίαση, μόνο για κρίσιμα εθνικά θέματα σε κοινή συνεδρίαση με την Κάτω Βουλή των Ελλήνων της Διασποράς, τα οποία αφορούν μόνον σε πιθανότητα κήρυξης κατάστασης πολέμου ή πολιορκίας. Η Ολομέλεια της Άνω Βουλής των Ελλήνων, με απόλυτη πλειοψηφία, αποφασίζει κατόπιν αν πρέπει να επαναληφτεί η συζήτηση για το ίδιο θέμα σε δημόσια κοινή συνεδρίαση και των δύο σωμάτων της Άνω Βουλής των Ελλήνων.

2. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Πρωθυπουργός, οι Υπουργοί και Υφυπουργοί, ο Αιρετός Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας καθώς και ο Συνήγορος του Λαού, έχουν ελεύθερη είσοδο στις συνεδριάσεις της Άνω Βουλής των Ελλήνων και ακούονται όποτε ζητήσουν το λόγο.

3. Η Άνω Βουλή των Ελλήνων και οι κοινοβουλευτικές επιτροπές μπορούν να ζητήσουν την παρουσία του Πρωθυπουργού, του Υπουργού ή του Υφυπουργού, του Γενικού Εισαγγελέα της  Δημοκρατίας και  του  Συνηγόρου του  Λαού,  που  είναι  αρμόδιος για  τα  θέματα που συζητούν.

4.  Οι  κοινοβουλευτικές επιτροπές μπορούν να  καλούν οποιοδήποτε πρόσωπο  θεωρούν χρήσιμο για το έργο του.

Άρθρο 202.

1. Η Άνω Βουλή των Ελλήνων δεν μπορεί να αποφασίσει χωρίς την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών, που όμως ποτέ δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το ένα δεύτερο του όλου αριθμού των βουλευτών.

2. Σε περίπτωση ισοψηφίας επαναλαμβάνεται η ψηφοφορία και, ύστερα από νέα ισοψηφία, η πρόταση απορρίπτεται.

Άρθρο 203.

1. Η Άνω Βουλή των Ελλήνων στις αρχές κάθε τακτικής συνόδου συνιστά από τα μέλη της διαρκείς κοινοβουλευτικές επιτροπές για να εξετάζουν και να επεξεργάζονται τα νομοσχέδια και τις προτάσεις νόμων που υποβάλλονται, όπως ορίζει ο Κανονισμός της Βουλής.

Άρθρο 204.

Κανένας δεν εμφανίζεται στη Άνω Βουλή των Ελλήνων αυτόκλητος για να αναφέρει οτιδήποτε προφορικά ή εγγράφως. Οι αναφορές παρουσιάζονται από Βουλευτή ή παραδίδονται στον Πρόεδρο.

Άρθρο 205.

Η Άνω Βουλή των Ελλήνων έχει δικαίωμα να αποστέλλει τις αναφορές που της απευθύνονται στον Πρωθυπουργό, στους Υπουργούς και τους Υφυπουργούς καθώς και στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και τον Συνήγορο του Λαού, οι οποίοι υποχρεούνται να δίνουν διευκρινίσεις όποτε τους ζητηθούν, εντός τριών εργασίμων ημερών.

Άρθρο 206.

1. Η Άνω Βουλή των Ελλήνων ασκεί το νομοθετικό της έργο σε Ολομέλεια.

2. Η αρμοδιότητα άσκησης νομοθετικού έργου της Άνω Βουλής των Ελλήνων, αφορά σε όλα τα ζητήματα εκτός των ζητημάτων Εθνικής Άμυνας, Εξωτερικής Πολιτικής, και Εθνικής Παιδείας, τα οποία, για να συζητηθούν στην Άνω Βουλή των Ελλήνων, θα πρέπει να έχουν εισαχθεί και εγκριθεί πρώτιστα, από την Κάτω Βουλή των Ελλήνων της Διασποράς.

2. Ο Κανονισμός της Άνω Βουλής των Ελλήνων προβλέπει ότι το νομοθετικό έργο που καθορίζεται από αυτόν μπορεί να ασκείται και από τις διαρκείς κοινοβουλευτικές επιτροπές


που συγκροτούνται και λειτουργούν κατά τη διάρκεια της συνόδου, όπως ορίζει ο Κανονισμός της.

3. Με τον Κανονισμό της Άνω Βουλή των Ελλήνων ορίζεται επίσης η κατανομή της αρμοδιότητας μεταξύ των διαρκών κοινοβουλευτικών επιτροπών κατά Υπουργεία.

5. Για να λάβουν απόφαση οι διαρκείς κοινοβουλευτικές επιτροπές, όταν ασκούν νομοθετικό έργο, απαιτείται πλειοψηφία που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από τα δύο πέμπτα του αριθμού των μελών τους.

6. Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος ασκείται από τη Άνω Βουλή των Ελλήνων σε Ολομέλεια, όπως ορίζει ο Κανονισμός.

7. Ο Κανονισμός ορίζει τον τρόπο με τον οποίο μετέχουν στις ψηφοφορίες Βουλευτές που βρίσκονται σε αποστολή της Άνω Βουλής των Ελλήνων στο εξωτερικό.

Άρθρο 206.

1. Κατά τη διάρκεια της διακοπής των εργασιών της Άνω Βουλής των Ελλήνων, το νομοθετικό της  έργο,  εκτός  από  τα  νομοθετήματα που  ανήκουν  στην  αρμοδιότητα της  Ολομέλειας ασκείται από Τμήμα της που συγκροτείται και λειτουργεί σύμφωνα με τον Κανονισμό της.

2. Με τον Κανονισμό μπορεί να προβλεφθεί η επεξεργασία των νομοσχεδίων ή των προτάσεων νόμων από κοινοβουλευτική επιτροπή που την αποτελούν μέλη του ίδιου Τμήματος.

Άρθρο 207.

1. Στην Ολομέλεια της Άνω Βουλής των Ελλήνων συζητούνται και ψηφίζονται ο Κανονισμός της, νομοσχέδια και προτάσεις νόμων, νομοσχέδια και προτάσεις εκτελεστικών του Συντάγματος νόμων για την άσκηση και προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για την αυθεντική ερμηνεία νόμων, καθώς και για κάθε άλλο θέμα που σύμφωνα με ειδική πρόβλεψη του Συντάγματος ανατίθεται στην Ολομέλεια της Άνω Βουλής των Ελλήνων ή για τη ρύθμιση του οποίου απαιτείται ειδική πλειοψηφία.

2.  Στην  Ολομέλεια  της  Άνω  Βουλής  των  Ελλήνων  ψηφίζεται  ο  προϋπολογισμός και  ο απολογισμός του Κράτους και της Βουλής.

3. Η συζήτηση και ψήφιση όλων των άλλων νομοσχεδίων ή προτάσεων νόμων μπορεί να γίνεται, κατά τη διάρκεια της συνόδου, από την αρμόδια διαρκή κοινοβουλευτική επιτροπή, κατά τη διάρκεια της διακοπής των εργασιών της Άνω Βουλής των Ελλήνων, όπως ορίζει ο Κανονισμός.

4. Η  διαρκής κοινοβουλευτική επιτροπή που επιλαμβάνεται της  ψήφισης νομοσχεδίου ή πρότασης νόμου μπορεί με απόφασή της που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών της να παραπέμπει στην Ολομέλεια οποιαδήποτε αμφισβήτηση για την αρμοδιότητα της. Η απόφαση της Ολομέλειας δεσμεύει τις επιτροπές.

5. Μεταξύ της κατάθεσης νομοσχεδίου ή πρότασης νόμου και της συζήτησής του στη διαρκή κοινοβουλευτική επιτροπή πρέπει να μεσολαβεί τουλάχιστον μία εβδομάδα.

6.  Νομοσχέδιο ή  πρόταση νόμου  που  συζητήθηκε και  ψηφίστηκε στην  αρμόδια  διαρκή κοινοβουλευτική επιτροπή  εισάγεται  στην  Ολομέλεια  σε  μία  συνεδρίαση,  όπως  ορίζει  ο Κανονισμός της Άνω Βουλής των Ελλήνων, και συζητείται και ψηφίζεται ενιαία επί της αρχής, επί των άρθρων και στο σύνολο.

7. Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που έγινε δεκτή στην επιτροπή με πλειοψηφία τουλάχιστον τεσσάρων πέμπτων συζητείται και ψηφίζεται στην Ολομέλεια, όπως ορίζει ο Κανονισμός.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25


Νομοθετική λειτουργία της Άνω Βουλής των Ελλήνων. Άρθρο 208.
1. Το δικαίωμα πρότασης νόμων ανήκει στην Άνω Βουλή των Ελλήνων, στον Πρωθυπουργό, στους Υπουργούς και Υφυπουργούς, στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και στον Συνήγορο του Λαού.

3. Καμία πρόταση νόμου ή τροπολογία ή προσθήκη δεν εισάγεται για συζήτηση, στην Άνω Βουλή των Ελλήνων, εφόσον συνεπάγεται σε βάρος του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου δαπάνες ή ελάττωση εσόδων ή της περιουσίας τους, για να δοθεί μισθός ή σύνταξη ή γενικά όφελος σε κάποιο πρόσωπο.

Άρθρο 209.

1. Κάθε νομοσχέδιο και κάθε πρόταση νόμου συνοδεύεται υποχρεωτικά από αιτιολογική έκθεση, πριν εισαχθεί στην Άνω Βουλή των Ελλήνων, στην Ολομέλεια ή σε Τμήματα, μπορεί να παραπεμφθεί για νομοτεχνική επεξεργασία στην επιστημονική υπηρεσία της, όπως ορίζει ο Κανονισμός.

2. Τα νομοσχέδια και οι προτάσεις νόμων που κατατίθενται στη Άνω Βουλή των Ελλήνων παραπέμπονται στην οικεία κοινοβουλευτική επιτροπή. Αφού υποβληθεί η έκθεση ή περάσει άπρακτη η προθεσμία που είχε ταχθεί για την υποβολή της, εισάγονται στην Άνω Βουλή των Ελλήνων για συζήτηση, μετά παρέλευση τριών ημερών από τότε, εκτός αν ο Πρωθυπουργός, ο  αρμόδιος  Υπουργός  ή  Υφυπουργός,  ο  Γενικός  Εισαγγελέας  της  Δημοκρατίας  ή  ο Συνήγορος του Λαού τα έχει χαρακτηρίσει ως επείγοντα. Η συζήτηση αρχίζει ύστερα από προφορική εισήγηση του  Πρωθυπουργού, του  αρμόδιου Υπουργού ή  Υφυπουργού, του Γενικού  Εισαγγελέα της  Δημοκρατίας, του  Συνηγόρου του  Λαού  και  των  εισηγητών της Επιτροπής.

3. Δεν εισάγεται για συζήτηση νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που αποσκοπεί στην τροποποίηση διάταξης νόμου, αν δεν έχει καταχωριστεί στην αιτιολογική έκθεση ολόκληρο το κείμενο της διάταξης που τροποποιείται, και στο κείμενο του νομοσχεδίου ή της πρότασης ολόκληρη η νέα διάταξη, όπως διαμορφώνεται με την τροποποίηση.

4. Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενο τους δεν εισάγεται για συζήτηση.

5. Προσθήκη ή τροπολογία άσχετη με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου ή της πρότασης νόμου δεν εισάγεται για συζήτηση.

7.  Προσθήκες ή  τροπολογίες του  Πρωθυπουργού, των  Υπουργών  ή  Υφυπουργών, του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας η του Συνηγόρου του Λαού, συζητούνται μόνο αν έχουν υποβληθεί τρεις τουλάχιστον ημέρες πριν από την έναρξη της συζήτησης στην Ολομέλεια, ή στην αρμόδια διαρκή κοινοβουλευτική επιτροπή, όπως ορίζει ο Κανονισμός.

8. Σε περίπτωση αμφισβήτησης αποφαίνεται η Άνω Βουλή των Ελλήνων.

9. Βουλευτές που δεν μετέχουν στην αρμόδια διαρκή κοινοβουλευτική επιτροπή, έχουν το δικαίωμα να λάβουν το λόγο επί της αρχής και για να υποστηρίξουν προτάσεις νόμων και προσθήκες ή τροπολογίες που έχουν υποβάλει, όπως ορίζει ο Κανονισμός.

10. Μία φορά το μήνα, σε ημέρα που θα προσδιοριστεί από τον Κανονισμό, εγγράφονται στην ημερήσια διάταξη κατά σειρά προτεραιότητας και  συζητούνται εκκρεμείς προτάσεις νόμων.

11. Κάθε νομοσχέδιο και κάθε πρόταση νόμου που συνεπάγονται επιβάρυνση του προϋπολογισμού, εφόσον υποβάλλεται από τον Πρωθυπουργό, τους Υπουργούς ή Υφυπουργούς, τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και τον Συνήγορο του Λαού, δεν


εισάγεται  για  συζήτηση,  αν  δεν  συνοδεύεται  από  έκθεση  του  Γενικού  Λογιστηρίου  του Κράτους που καθορίζει τη δαπάνη. Εφόσον υποβάλλεται από Βουλευτές, διαβιβάζεται πριν από κάθε συζήτηση στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, που υποχρεούται να υποβάλει στη Άνω Βουλή των Ελλήνων σχετική έκθεση μέσα σε δεκαπέντε ημέρες.

12. Το ίδιο ισχύει και για τις τροπολογίες, αν το ζητήσουν ο Πρωθυπουργός, οι αρμόδιοι Υπουργοί ή Υφυπουργοί, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και ο Συνήγορος του Λαού. Σ' αυτή την περίπτωση το Γενικό Λογιστήριο υποχρεούται να υποβάλει στη Άνω Βουλή των Ελλήνων την έκθεσή του μέσα σε τρεις ημέρες.

13. Νομοσχέδιο που συνεπάγεται δαπάνη ή ελάττωση εσόδων δεν εισάγεται για συζήτηση, αν  δεν  συνοδεύεται  από  ειδική  έκθεση  για  τον  τρόπο  που  θα  καλυφθούν,  η  οποία υπογράφεται από τον αρμόδιο Υπουργό και τον Υπουργό Οικονομικών και έχει την αιτιολογημένη αναφορά και σύμφωνη γνώμη του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.

Άρθρο 210.

1. Κάθε νομοσχέδιο και κάθε πρόταση νόμου συζητείται και ψηφίζεται μία μόνο φορά, καταρ-
χήν, κατ' Άρθρο και στο σύνολο.

2. Αν κατά τη συζήτηση έγιναν δεκτές προσθήκες ή τροπολογίες, η ψήφιση στο σύνολο αναβάλλεται για ένα εικοσιτετράωρο από τη διανομή του τροποποιημένου νομοσχεδίου ή πρότασης νόμου.

3. Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που χαρακτηρίζεται κατεπείγον από τον Πρωθυπουργό, τους Υπουργούς ή Υφυπουργούς, τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και τον Συνήγορο του Λαού, εισάγεται για ψήφιση, ύστερα από περιορισμένη συζήτηση σε μία συνεδρίαση, από την Ολομέλεια, όπως ορίζει ο Κανονισμός της Άνω Βουλής των Ελλήνων.

4. Η επιψήφιση δικαστικών ή διοικητικών κωδίκων, που συντάχθηκαν από ειδικές επιτροπές, οι οποίες έχουν συσταθεί με ειδικούς Νόμους, μπορεί να γίνει από την Ολομέλεια της Άνω Βουλής των Ελλήνων με ιδιαίτερο νόμο που τους κυρώνει στο σύνολο τους.

Άρθρο 211.

1. Η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία.

2.   Η   αυθεντική  ερμηνεία  της   Συνταγματικότητας  των   Νόμων,  ανήκει  στο   Ανώτατο
Συνταγματικό Δικαστήριο.

2. Οι Νόμοι ισχύουν μόνο με την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26
Κάτω Βουλή των Ελλήνων της Διασποράς.

Ανάδειξη και συγκρότηση της Κάτω Βουλής των Ελλήνων της Διασποράς. Άρθρο 212.
1. Ο αριθμός των βουλευτών της Κάτω Βουλής των Ελλήνων της Διασποράς ορίζεται στους
100.

2. Οι Βουλευτές αντιπροσωπεύουν την Ελληνική Διασπορά σε όλη την υφήλιο.

3.  Οι  Βουλευτές  εκλέγονται με  άμεση,  μυστική-καθολική ψηφοφορία από  τους  Έλληνες Πολίτες της Διασποράς, από κατάσταση την οποία έχει συντάξει το Υπουργείο Εξωτερικών, σε συνεργασία με τις Προξενικές μας και λοιπές  αρχές της Ελληνικής Δημοκρατίας στο εξωτερικό.


4. Οι βουλευτικές εκλογές διενεργούνται μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, το οποίο καθορίζεται από τις ιδιαίτερες συνθήκες που ισχύουν σε κάθε χώρα όπου διαμένουν Έλληνες και δεν μπορεί να ξεπερνά τον ένα μήνα. Ως ημερομηνία έναρξης των βουλευτικών εκλογών για την εκλογή των βουλευτών της Κάτω Βουλής των Ελλήνων της Διασποράς, θεωρείται η ίδια ημερομηνία έναρξης των εκλογών για την εκλογή των βουλευτών της Άνω Βουλής των Ελλήνων.

5. Οι βουλευτικές εκλογές γίνονται κατά χώρα όπου εγκατοικούν Έλληνες της Διασποράς, σε ενιαίο ψηφοδέλτιο, στο οποίο συμμετέχουν ελεύθερα και χωρίς καμία υποχρέωση, όλοι οι Έλληνες  Πολίτες, είτε  έχουν  ελληνική  ιθαγένεια και  υπηκοότητα, είτε  έχουν  υπηκοότητα αλλοδαπής, είτε με τεκμηριωμένη αίτησή τους στις κατά τόπους προξενικές αρχές και αντιπροσωπείες της Ελληνικής Δημοκρατίας στο εξωτερικό, αιτιολογούν την πρόθεσή τους να συμμετέχουν στην ψηφοφορία, ως έχοντες με αιτιολογημένη τους έκθεση, ελληνική καταγωγή και συνείδηση.

6.   Αρμόδια  κοινή   επιτροπή  του   Συμβουλίου  της   Δημοκρατίας  και   του   Υπουργείου Εξωτερικών, στην οποία προεδρεύει εκπρόσωπος του Συμβουλίου της Δημοκρατίας, αποφασίζει για τυχόν ενστάσεις για το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι των Ομογενών μας, στην αλλοδαπή.

7.  Τα  ονόματα των  υποψηφίων Βουλευτών, αναγράφονται στο  ενιαίο  ψηφοδέλτιο, κατά απόλυτη αλφαβητική σειρά.

8. Οι εκλεγόμενοι Βουλευτές, αντιστοιχούν στο ποσοστό των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων της κάθε χώρας, όπως αυτό προκύπτει από τους καταλόγους που έχει συντάξει το Υπουργείο Εξωτερικών και ο οποίος έχει διανεμηθεί στις κατά τόπους προξενικές αρχές της Ελληνικής Δημοκρατίας καθώς και στις Διεθνείς αντιπροσωπείες της χώρας στο εξωτερικό.

9. Το εκλογικό μέτρο εκλογής Βουλευτή, καθορίζεται από το πηλίκο που προκύπτει από την διαίρεση του συνολικού αριθμού των ψηφοφόρων Ομογενών ανά την υφήλιο, όπως αυτοί καταγράφονται με τη διαδικασία της παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου, με τον αριθμό
100, που είναι το σύνολο των Βουλευτών της Κάτω Βουλής των Ελλήνων της Διασποράς.

10. Η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος στους Ομογενείς, είναι προαιρετική.

11. Οι προξενικές και άλλες αρχές της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Αλλοδαπή, είναι υποχρεωμένες να προσφέρουν κάθε δυνατή βοήθεια στους Έλληνες της Διασποράς, για την ομαλή και απρόσκοπτη έκφραση της Δημοκρατικής τους Βούλησης.

Άρθρο 213.

1. Η ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της βούλησης των Ομογενών, ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, τελεί υπό την εγγύηση όλων των λειτουργών της Πολιτείας, που έχουν υποχρέωση να τη διασφαλίζουν σε κάθε περίπτωση.

2. Νόμος ορίζει τις ποινικές κυρώσεις κατά των παραβατών της διάταξης αυτής.

Άρθρο 214.

1. Οι Βουλευτές εκλέγονται για τέσσερα συνεχή έτη που αρχίζουν από την ημέρα των γενικών εκλογών κατά τις οποίες εκλέγονται και οι Βουλευτές της Άνω Βουλής των Ελλήνων.

2. Μόλις λήξει η βουλευτική περίοδος, με Προεδρικό Διάταγμα, που προσυπογράφεται από την Κάτω Βουλή των Ελλήνων της Διασποράς, διατάσσεται η διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών μέσα σε τριάντα ημέρες και η σύγκληση της νέας Κάτω Βουλής των Ελλήνων της Διασποράς σε τακτική σύνοδο μέσα σε άλλες τριάντα ημέρες από αυτές.

3. Σε περίπτωση οριστικής αδυναμίας του Βουλευτή να εκπληρώσει τα καθήκοντα του, καθώς επίσης και σε περίπτωση  που παραιτηθεί, πεθάνει ή κηρυχθεί έκπτωτος κατά τις διατάξεις


του Συντάγματος, αναπληρώνεται αμέσως από τον επιλαχόντα υποψήφιο της χώρας στην οποία εξελέγη, στις εκλογές για την ανάδειξη του.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27

Κωλύματα και  ασυμβίβαστα των  βουλευτών  της  Κάτω  Βουλής  των  Ελλήνων  της
Διασποράς. Άρθρο 214.
1. Για να εκλεγεί κανείς Βουλευτής της Κάτω Βουλής των Ελλήνων της Διασποράς, απαιτείται να έχει καταγωγή από Έλληνες Πολίτες έως τέταρτη γενιά, να ομιλεί και να γράφει ικανοποιητικά την ελληνική γλώσσα, να έχει πλήρη γνώση της ιστορίας και του πολιτισμού της Ελλάδος, να έχει ελληνική συνείδηση και να έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του κατά την ημέρα της εκλογής.

2. Βουλευτής που στερείται κάποιο από τα παραπάνω προσόντα εκπίπτει αυτοδικαίως από το βουλευτικό αξίωμα.

Άρθρο 215.

Τα καθήκοντα του Βουλευτή είναι ασυμβίβαστα με τα έργα ή την ιδιότητα του ιδιοκτήτη ή εταίρου ή μετόχου ή διοικητή ή διαχειριστή ή μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή γενικού διευθυντή ή των αναπληρωτών τους, επιχείρησης, η οποία:

α) Αναλαμβάνει έργα ή μελέτες ή προμήθειες του ελληνικού Δημοσίου ή παροχή υπηρεσιών προς το Δημόσιο ή συνάπτει με το Δημόσιο συναφείς συμβάσεις αναπτυξιακού ή επενδυτικού χαρακτήρα.

β) Μισθώνει για εμπορικούς λόγους ακίνητα του Δημοσίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 28

Καθήκοντα και δικαιώματα των βουλευτών

Άρθρο 215.

1. Οι Βουλευτές πριν αναλάβουν τα καθήκοντα τους δίνουν στο Βουλευτήριο και σε δημόσια συνεδρίαση τον ακόλουθο όρκο:

«Ορκίζομαι στο  όνομα  της  Αγίας  και  Ομοούσιας και  Αδιαίρετης Τριάδας να  είμαι πιστός στην Πατρίδα και το δημοκρατικό πολίτευμα, να υπακούω στο Σύνταγμα και τους Νόμους και να εκπληρώνω ευσυνείδητα τα καθήκοντα μου».

2. Αλλόθρησκοι ή ετερόδοξοι Βουλευτές δίνουν τον ίδιο όρκο σύμφωνα με τον τύπο της δικής τους θρησκείας ή του δικού τους δόγματος.

3. Βουλευτές που ανακηρύσσονται όταν η Βουλή απουσιάζει δίνουν τον όρκο στο Τμήμα της που λειτουργεί.

4. Οι Βουλευτές, απαγορεύεται ρητά να συμμετέχουν στην Κυβέρνηση και σε κάθε όργανο της εκτελεστικής εξουσίας, στο πλαίσιο της διάκρισης των εξουσιών.


Άρθρο 216.

1. Οι Βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση.


2. Η παραίτηση από το βουλευτικό αξίωμα είναι δικαίωμα του Βουλευτή, συντελείται μόλις ο Βουλευτής υποβάλει γραπτή δήλωση στον Πρόεδρο της Κάτω Βουλής των Ελλήνων της Διασποράς και δεν ανακαλείται.

Άρθρο 217.

1. Ο Βουλευτής δεν καταδιώκεται ούτε εξετάζεται με οποιονδήποτε τρόπο για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων.

3. Ο Βουλευτής δεν έχει υποχρέωση μαρτυρίας για πληροφορίες που περιήλθαν σ' αυτόν ή δόθηκαν από αυτόν κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ούτε για τα πρόσωπα που του εμπιστεύθηκαν τις πληροφορίες ή στα οποία αυτός τις έδωσε.

Άρθρο 218.

Ειδικές ευθύνες του Βουλευτή της Κάτω Βουλής των Ελλήνων της Διασποράς.

1. Ο Βουλευτής ευθύνεται οπωσδήποτε για πράξεις που έχει ενεργήσει κατά την άσκηση των καθηκόντων του, για έσχατη προδοσία ή παραβίαση, του Συντάγματος, για παράβαση καθήκοντος και για κάθε ποινικό αδίκημα το οποίο τέλεσε κατά την υπηρεσία του.

3. Τα Ορκωτά Δικαστήρια Δευτέρου Βαθμού σε πρώτο βαθμό και τα αρμόδια Ανώτατα Δικαστήρια, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ο Άρειος Πάγος και το Συμβούλιο της Επικρατείας σε δεύτερο βαθμό, κρίνουν και αποφασίζουν για τις πράξεις του Βουλευτή, μετά από αναφορά την οποία υποβάλλει, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ή οποιοσδήποτε από τους Αιρετούς Εισαγγελείς των Εφετειακών Περιφερειών των Νομών της Χώρας.

4. Η πρόταση για κατηγορία και παραπομπή του Βουλευτή σε δίκη μπορεί να γίνει και μετά από Δημοψήφισμα, με ψηφοφορία των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων της χώρας η οποία τον εξέλεξε, την οποίο μπορεί να προκαλέσει με συλλογή υπογραφών, το 10% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων του χώρας η οποία τον εξέλεξε και από τις διαδικασίες που ορίζονται στα άρθρα 88 και 89 του παρόντος Συντάγματος.

5. Αφότου παραπεμφθεί, ο Βουλευτής απέχει από την άσκηση των καθηκόντων του.

6. Οι Βουλευτές, για την άσκηση του λειτουργήματός τους, δικαιούνται από το Δημόσιο αποζημίωση, το ύψος της οποίας αντιστοιχεί στον μισθό του Εφέτη Δικαστή.

7. Η Βουλή των Ελλήνων, μεριμνά για τις δαπάνες εγκατοίκησης, διατροφής, γραμματειακής υποστήριξης, τηλεφωνικής και συγκοινωνιακής δαπάνης και χώρου γραφείων στην έδρα του στην αλλοδαπή και στην Αθήνα.

8. Αν Βουλευτής απουσιάσει αδικαιολόγητα σε περισσότερες από πέντε συνεδριάσεις το μήνα, εκπίπτει της θέσης του και αναπληρώνεται αμέσως από τον επιλαχόντα υποψήφιο, στις εκλογές για την ανάδειξη του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: